ΠαιδικάΤραγούδια.GR - Paidika Tragoudia
Πούντο πούντο το δαχτυλίδι
Τι χαρά
Ήταν ένα μικρό καράβι
Ο κιθαρίστας
Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα κτυπώ
Ένα Λεπτό Κρεμμύδι
Η μικρή Ελένη
Πουν' το το Δαχτυλίδι
Περνά, περνά η Μέλισσα
Δεν περνάς κυρά Μαρία
Στου Μανώλη τη Ταβέρνα
Λύκε, Λύκε Είσαι Εδώ;
Ένα νερό, κυρα-Βαγγελιώ
Κάτω στο γιαλό
Μια ωραία Πεταλούδα
Η κουκουβάγια
Η γιαγιά μας η καλή
Αχ κουνελάκι
Μια ωραία πεταλούδα
Τσιριτρί Tσιριτρό
10 μικρά αραπάκια
Το ψέμα
Βαρκούλα του ψαρά
Γύρω γύρω όλοι
Εις το βουνό ψηλά εκεί
Η καλή μας αγελάδα
Κουλουράκια
Ο γάιδαρος
Η μικρή αράχνη
Καλημέρα!!
Καλοκαιρι μου μυριζει
Ο Μπάρμπα Μπίλιος
Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι
Χαραλάμπης
Φεγγαράκι μου λαμπρό
Μανούλα
Το συννεφάκι
Καλοκαίρι
Το βαλσάκι
Το καρναβάλι
Η Ειρηνούλα
Μια γίδα μια φορά
Πούντο πούντο το δαχτυλίδι
ψάξε ψάξε δε θα το βρεις
δε θα το βρεις δε θα το βρεις
το δαχτυλίδι οπού ποθείς (δις) 
Τι χαρά τι χαρά
σκίζει η βάρκα τα νερά
κι απαλή κι απαλή
τρέχει σαν πουλί.
 
Το τραγούδι μας παιδιά
αντηχεί στη σιγαλιά
χαρωπό, χαρωπό
ζωηρό τρελό.
 
Ήταν ένα μικρό καράβι
ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν αταξίδευτο
που ήταν αταξίδευτο
οεοέ οε οε
 
Κι έκαν' ένα μακρύ ταξίδι
κι έκαν' ένα μικρό ταξίδι
μέσα εις την Μεσόγειο
μέσα εις την Μεσόγειο
οεοέ οε οε
 
Και σε πεντέξι εβδομάδες
και σε πεντέξι εβδομάδες
χαθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές
χαθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές
οεοέ οε οε
 
Και τότε ρίξανε τον κλήρο
και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί
να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί
οεοέ οε οε
 
Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο
κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο
που ήταν α - α - αταξίδευτος
που ήταν α - α - αταξίδευτος
οεοέ οε οε
 
Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν σαν σαν σκυλόψαρα
που ήταν σαν σαν σαν σκυλόψαρα
οεοέ οε οε
 
Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσες
που ήταν σαν σαν σαν πριγκίπισσες 
οεοέ οε οε 
Ήτανε ένας κιθαρίστας, μεγάλος και τρανός αρτίστας
πάνε τώρα χρόνια πολλά, φα, μι, ρε, ντο, σι, λα, σολ, φα!
 
Έκανε ένα ταξιδάκι κι έβαλε σ' ένα βαλιτσάκι
δυο ζεύγη κάλτσες, δυο σκουφιά, φα, μι, ρε, ντο ...
 
Έβαλε πλώρη στην Αγγλία μα η μεγάλη τρικυμία 
τον έριξε σ' άλλα νησιά, φα, μι, ρε, ντο ...
 
Και η βασίλισσα η αγρία καθότανε στην παραλία
τον έβλεπε από μακριά, φα, μι, ρε, ντο ...
 
Έλα εδώ παιδί λευκό στη σούβλα να γενείς ψητό
για να σε κάνω μια μπουκιά, φα, μι, ρε, ντο ...
 
Στη δύσκολη αυτή στιγμή αρχίζει ο νιος τη μουσική
τόσο της άρεσε αυτό, του λέει: "θα σε παντρευτώ" !
 
Η ιστορία μας αυτή μας λέει πως η μουσική
κάνει τον σκλάβο βασιλιά, 
φα, μι, ρε, ντο, σι, λα, σολ, φα! 
Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα κτυπώ, Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα κτυπώ 
Μια και είμαι εγώ παιδί ξέρω πάντα να γελώ
Χαρωπά τα δυο μου Χέρια τα κτυπώ 
Χαρωπά τα δυο μου δάκτυλα κτυπώ, Χαρωπά τα δυο μου δάκτυλα κτυπώ
Μια και είμαι εγώ παιδί ξέρω πάντα να γελώ
Χαρωπά τα δυο μου δάκτυλα κτυπώ 
Χαρωπά τα δυο μου γόνατα χτυπώ, Χαρωπά τα δυο μου γόνατα χτυπώ
Μια και είμαι εγώ παιδί ξέρω πάντα να γελώ
Χαρωπά τα δυο μου γόνατα χτυπώ 
Χαρωπά τα δυο μου πόδια τα κτυπώ, Χαρωπά τα δυο μου πόδια τα κτυπώ
Μια και είμαι εγώ παιδί ξέρω πάντα να γελώ
Χαρωπά τα δυο μου πόδια τα κτυπώ 
Χαρωπά θε να γελάσω δυνατά χα χα - Χαρωπά θε να γελάσω δυνατά χα χα
μια και είμαι εγώ παιδί ξέρω πάντα να γελώκι άμα θες απ΄ την αρχή ξαναρχινώ.
Ένα λεπτό κρεμμύδι γέο βαγέο
Ένα λεπτό κρεμμύδι κράξε βαγέο
Και τι θε να το κάνετε γέο βαγέο 
Και τι θε να το κάνετε κράξε βαγέο
Θέλω να το παντρέψω γέο βαγέο
Θέλω να το παντρέψω κράξε βαγέο
Και ποιον επαντρεύεται γέο βαγέο
-Και ποιον επαντρεύεται κράξε βαγέο
-Παντρεύουμε τη Μαίρη γέο βαγέο
-Παντρεύουμε τη Μαίρη κράξε βαγέο 
-Και ποιον της δίνετε γέο βαγέο;
-Της δίνουμε ένα ναύτη που όλο μύγες χάφτει
Της δίνουμε ένα ναύτη που όλο μύγες χάφτει
-Αυτό είναι χάρισμα σας στα μούτρα τα δικά σας
Αυτό είναι χάρισμα σας στα μούτρα τα δικά σας
-Της δίνουμε ένα γέρο που χρόνια τονε ξέρω 
Της δίνουμε ένα γέρο που χρόνια τονε ξέρω
-Αυτό είναι χάρισμα σας στα μούτρα τα δικά σας
Αυτό είναι χάρισμα σας στα μούτρα τα δικά σας
-Της δίνουμε ένα πρίγκιπα με το σπαθί στο χέρι 
Της δίνουμε ένα πρίγκιπα με το σπαθί στο χέρι
-Αυτόν τονε θέλουμε και τον παρακαλούμε
Αυτόν τονε θέλουμε και τον παρακαλούμε 
-Ας πάρει τα προικιά της και τα χρυσαφικά της
να πάει στη πεθερά της με όλα τα καλά της.
 
Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει
Γιατί δεν την παίζουνε οι φιλενάδες της.
Σήκω επάνω τα μάτια κλείσε,
Τον ουρανό κοίτα και αποχαιρέτησε
-Σε βρήκα είσαι η Μαρία
Η μικρή Μαρία κάθεται και κλαίει
Γιατί δεν την παίζουνε οι φιλενάδες της.
Σήκω επάνω τα μάτια κλείσε,
Τον ουρανό κοίτα και αποχαιρέτησε
-Σε βρήκα είσαι η Σοφία
Η μικρή Σοφία κάθεται και κλαίει
Γιατί δεν την παίζουνε οι φιλενάδες της.
Σήκω επάνω τα μάτια κλείσε,
Τον ουρανό κοίτα και αποχαιρέτησε.
Πουν' το, πουν' το, το δαχτυλίδι
Ψάξε ,ψάξε δε θα το βρεις
Δε θα το βρεις, δε θα το βρεις
Το δαχτυλίδι που ζητείς
Να' το να' το, το δαχτυλίδι
Ψάξε, ψάξε δε θα το βρεις
Δε θα το βρεις, δε θα το βρεις
Το δαχτυλίδι που ζητείς
Το δαχτυλίδι που ζητείς.
Περνά, περνά η μέλισσα
με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα
Περνά, περνά η μέλισσα
με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα
-Τι θέλεις το κόκκινο τριαντάφυλλο ή το άσπρο γιασεμί;
-Το κόκκινο τριαντάφυλλο.
-Πήγαινε από εκεί.
Περνά, περνά η μέλισσα
με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα
Περνά, περνά η μέλισσα
-Τι θέλεις το κόκκινο τριαντάφυλλο ή το άσπρο γιασεμί;
-Το άσπρο γιασεμί
-Έλα από εδώ
Περνά, περνά η μέλισσα
με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα
Περνά, περνά η μέλισσα
Δεν περνάς κυρά Μαρία δεν περνάς, δεν περνάς
που θα πας κυρά Μαρία δεν περνάς, περνάς
Θα υπάγω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ 
θα υπάγω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ 
-Τι θα κάνεις εις τους κήπους.......
-Θε να κόψω δυο βιολέτες
-Τι θα κάνεις τις βιολέτες
-Θα της δώσω της καλής μου....
-Και ποια είναι η καλή σου....
-Η καλή μου είναι η Μαρία δεν περνώ, δεν περνώ
Η καλή μου είναι η Μαρία δεν περνώ, δεν περνώ
Στου Μανώλη την ταβέρνα, έπεσε μια τουφέκια
Και ανοίξαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά 
Ε ρε ζουμ τριανταένα, Ε ρε ζουμ τριανταδύο Ε ρε ζουμ τριαντάτρια και μισό 
Κι η Μανώλαινα φωνάζει, πω πω πω τι συμφορά
Που ανοίξαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά 
Ε ρε ζουμ τριανταένα, Ε ρε ζουμ τριανταδύο Ε ρε ζουμ τριαντάτρια και μισό 
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.. 
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ..
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Βάζω το πουκάμισο μου.
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.. 
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Φοράω το παντελόνι μου.
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.. 
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Βάζω τα παπούτσια μου.
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.. 
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Φοράω το σακάκι μου.
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.. 
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Βάζω το καπέλο μου.
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.. 
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Παίρνω τη μαγκούρα μου και σας κυνηγώ. 
Ένα νερό, κυρα-Βαγγελιώ, ένα νερό, κρύο νερό
Κι από πούθε κατεβαίνει, Βαγγελιώ μου παινεμένη
Από γκρεμό, κυρα-Βαγγελιώ, από γκρεμό γκρεμίζεται
Σε περιβολάκι μπαίνε, Βαγγελιώ μου παινεμένη
Ποτίζει δε... κυρα-Βαγγελιώ, ποτίζει δέντρα και κλαδιά
Λεμονιές και κυπαρίσσια, σαν κι εσας, καλά κορίτσια. 
Κάτω στο γιαλό, Κάτω στο περιγιάλι
Κάτω στο γιαλό κοντή, Νερατζούλα φουντωτή
Πλέναν Χιωτισσές, Πλεναν παπαδοπούλες
Πλέναν Χιωτισσές κοντή, Νερατζούλα φουντωτή
Και μια Χιωτισσά, Μικρή παπαδοπούλα
Και μια Χιωτισσά κοντή, Νερατζούλα φουντωτή
Έπλενε, απλωνέ , Και με την άμμο παίζει
Έπλενε, απλωνέ κοντή Νερατζούλα φουντωτή
Φυσηξε βοριάς Μαΐστρος, τραμουντάνα
Φυσηξε βοριάς κοντή Νερατζούλα φουντωτή
Και ανασηκωσέ Το μεσοφουστανό της
Και της φάνηκε Ο ποδοαστραγαλός της
Και της φάνηκε κοντή Νερατζούλα φουντωτή
Έλαμψε ο γιαλός Έλαμψε ο κόσμος όλος 
Έλαμψε ο γιαλός κοντή Νερατζούλα φουντωτή 
Μια ωραία πεταλούδα, Μια ωραία πεταλούδα
Μια ωραία πεταλούδα, σ' ένα κάμπο μια φορά ζούσε κι ήταν μια χαρά.
Λάμπουν κόκκινες πιτσίλες, Λάμπουν κόκκινες πιτσίλες
Λάμπουν κόκκινες πιτσίλες στα γαλάζια της φτερά...
Όλο τον καιρό γυρίζει, Όλο τον καιρό γυρίζει
Όλο τον καιρό γυρίζει και τα άνθη χαιρετά...
Όταν έρθει ο χειμώνας, Όταν έρθει ο χειμώνας
Όταν έρθει ο χειμώνας πέφτει κάτω και ψοφά
κι όταν έρθει καλοκαίρι ζωντανεύει και πετά.
Πάνω στη βελανιδιά κάθεται μια κουκουβάγια 
Έχει μάτια γουρλωτά και φωνάζει δυνατά...
Κουκουβά, κουκουβά, Κουκουβά, βα βα βα βαα...
Κουκουβά, κουκουβά, Κουκουβά, βα βα βα βαα...
Στης νυχτιάς τη σιγαλιά κάποιοι γρύλοι τραγουδάνε 
μα η κυρα Κουκουβά τους φωνάζει δυνατά... 
Κουκουβά, κουκουβά, Κουκουβά, βα βα βα βαα...
Κουκουβά, κουκουβά, Κουκουβά, βα βα βα βαα... 
Η γιαγιά μας η καλή
Έχει κότες στην αυλή
Κότες και κοτόπουλα
Χήνες και χηνόπουλα 
Άσπρη πάπια με παπιά
Γάιδαρο με τόσα αυτιά
Γαλοπούλες κι ένα γάλο
Φουσκωμένο και μεγάλο  
Έχει και εναν πετεινό
Πρώτο σ'όλο το χωριό
Που λαλεί καθέ πρωί
Στης γιαγιάς μας την αυλή. 
Η γιαγιά μας η καλή
Έχει ραπτομήχανη
Και γαζώνει και μπαλώνει
Του παππού το πάντελόνι
Αχ κουνελάκι κουνελάκι 
ξύλο που θα το φας
Μέσα σε ξένο περιβολάκι
τρύπες γιατί τρυπάς ; 
Μη μου σουφρώνεις τη μυτούλα 
μη μου κουνάς τ'αυτιά
Μη μου κλείνεις το ματάκι 
είσαι μια ζωγραφιά !
Μια ωραία πεταλούδα
σ'ένα κάμπο μια φορά
καμαρώνει και απλώνει
τα γαλάζια της φτερά 
Λάμπουν κόκκινες πιτσίλες
στα γαλάζια της φτερά,
λάμπουν κόκκινες πιτσίλες
στα γαλάζια της φτερά 
Όλο τον καιρό γυρίζει
και τα άνθη χαιρετά,
πότε κάθεται στο ένα
πότε φεύγει και πετά 
Κι όταν έρθει ο χειμώνας
πέφτει κάτω και ψοφά
κι όταν έρθει καλοκαίρι
ζωντανεύει και πετά.
Σέ μια ρώγα από σταφύλι 
έπεσαν οχτώ σπουργίτες 
και τρωγόπιναν οι φίλοι. 
Τσίρι - τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!
 
Έχτυπούσανε τις μύτες 
και κουνούσαν τις ουρές 
κι είχαν γέλια και χαρές. 
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!
 
Πώ πω πώ πω σε μια ρώγα 
φαγοπότι και φωνή! 
την αφήκαν αδειανή. 
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!
 
Και μέθυσαν κι ολημέρα 
πάνε δώθε, πάνε πέρα, 
τραγουδώντας στον αέρα: 
Τσίρι -τίρι, τσιριτρό, 
τσιριτρί, τσιριτρό!
Δέκα μικρ' αραπάκια σε μια γειτονιά
Χάθηκε το ένα και μείνανε εννιά.
Εννιά μικρά αραπάκια παίζανε κρυφτό 
Κρύφτηκε το ένα και μείνανε οχτώ.
Οχτώ μικρά αραπάκια φρούτα τρων κλεφτά
Πιάστηκε το ένα και μείνανε εφτά.
Εφτά μικρά αραπάκια ξύπνησαν πριν φέξει
Τόνα ξανακοιμήθηκε και μείναν μόνο έξι.
Έξι μικρά αραπάκια στη βροχή κοιμούνται
Πούντιασε το ένα πάει και μείναν μόνο πέντε.
Πέντε μικρά αραπάκια μπαίνουν στη σειρά
Ξέφυγε το ένα πάει και μείναν τέσσερα.
Τέσσερα μκρά αραπάκια πάνε στην κυρία 
Κράτησε τα ένα πάει και μείναν μόνο τρία.
Τρία μικρά αραπάκια πάνε στο σχολείο
Έμεινε το ένα πάει και μείναν μόνο δύο.
Δύο μκρά αραπάκια έρχονται σε μένα
Κράτησα το ένα πάει κι έμεινε μόνο ένα.
Ένα μικρό αραπάκι βρίσκει μια γυναίκα
Την παντρεύεται και κάνει αραπάκια δέκα. 
Τυφλός βελόνα γύρευε ολά ολά (2)
Μεσά σε αχυρώνα βάλτσι τσέλο βάλτι τσο (2)
Κι ο κουφός του έλεγε ολά ολά (2)
Την άκουσα που βρόνταει βάλτι τσέλο βάλτι τσο (2)
Απ' όλα τα πετούμενα ολά ολά(2)
Ο γάιδαρος μ΄αρέσει βάλτι τσέλο βάλτι τσο (2)
Γιατί έχει αηδονιού φωνή ολά ολά (2)
και δαχτυλίδι μέση βάλτι τσέλο βάλτι τσο (2)
Πολλά ψέματα είπαμε ολά ολά (2)
Ας πούμε μια αλήθεια βάλτι τσέλο βάλτι τσο (2)
Ο κόκορας εγέννησε ολά ολά (2)
Σαράντα κολύθια βάλτι τσέλο βάλτι τσο (2)
Τα κολοκύθια ειχάν νερό ολά ολά (2)
Και το νερό βατράχια βάλτι τσέλο βάλτι τσο (2)
Βγαίν’ η βαρκούλα, βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά απο το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα απο το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά Κι απλώνει ο ναύτης, κι απλώνει ο ναύτης με χαρά τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα, βαρκούλα τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα του ψαρά Το φεγγαράκι, το φεγγαράκι τον γυαλό τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα, βαρκούλα τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα του ψαρά Και κάθε ψάρι, και κάθε ψάρι παχουλό μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα, βαρκούλα μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα του ψαρά Πολύ κουράστη-, πολύ κουράστηκες ψαρά τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα, βαρκούλα τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα του ψαρά Και πούλα τα, και πούλα τα στην αγορά να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα, βαρκούλα να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα του ψαρά
Γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης χέρια-πόδια στη γραμμή κι όλοι κάθονται στη γη κι ο Μανώλης στο σκαμν
Εις το βουνό ψηλά εκεί είν’ εκκλησιά ερημική το σήμαντρό της δε χτυπά δεν έχει ψάλτη ούτε παπά Ένα καντήλι μοναχό και έναν πέτρινο σταυρό έχει στολίδι μοναχό το εκκλησάκι το φτωχό Μά ο διαβάτης που περνά στέκεται και το προσκυνά και με ευλάβεια πολλή τον άσπρο του σταυρό φιλεί  
Η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στη λιακάδα μικρά χόρτα και μεγάλα για να κατεβάσει γάλα Να το κάνουνε τυράκι να το κάνουν βουτυράκι να το βάλουνε στο πιάτο να σου πουν ορίστε φά το
Με τα δυό χεράκια πλάθω κουλουράκια κουλουράκια, κουλουράκια Ο φούρνος θα τα ψήσει το σπίτι θα μυρίσει κουλουράκια, κουλουράκια Ειναι γλυκά κι αφράτα κι όλο μυρωδάτα κουλουράκια, κουλουράκια Γι αυτό και στο σχολειό τους τα παίρνουν τα παιδάκια κουλουράκια, κουλουράκια
Ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλ’ αυτιά το παχνί δεν τ’ άρεσε, ήθελ’ αρχοντιά Ήθελε η μούρη του να φορέσει σέλα και να καμαρώνεται με το σύρε κι έλα Στο δρόμο που επήγαινε είδε μι’ αλεπού γάιδαρε, τον ρώτησε, για πού, για πού, για πού Δε σου λέω, αλεπού, τι δρόμο θε να πάρω την κακή τη σκέψη σου την ξέρω κυρα-Μάρω
Η μικρή αράχνη Με κόπο ανεβαίνει Βγαίνει η βροχή Και πάλι κατεβαίνει Βγαίνει ο ήλιος Στεγνώνει τη βροχή Κι η μικρή αράχνη Αρχίζει απ’την αρχή  
Καλημέρα καλημέρα πάλι θα σας πω πάλι θα σας πω. Καλημέρα καλημέρα βγαίνει ο ήλιος πάλι πίσω απ΄το βουνό. Όλα γύρω, όλα γύρω Θέλω να τα μάθω Θέλω να τα δω. Όλα γύρω, όλα γύρω θέλω να τα μάθω για να σας τα πω.
Καλοκαίρι μου μυρίζει Η ντομάτα με το ρύζι Τα τζιτζίκια θα ΄ρθουν πάλι Να μου πάρουν το κεφάλι Τζι-τζι-τζι Τζι-τζι-τζι Τζι-τζι-τζι-τζι-τζι-τζι-τζι Τζι το ένα τζι το άλλο Τζι-τζι τζι το πιο μεγάλο Τζι το τέταρτο τζιτζίκι Και ορμάει στο τζατζίκι. Καλοκαίρι μου μυρίζει Η ντομάτα με το ρύζι Τα τριζόνια θα ΄ρθουν πάλι Να μου πάρουν το κεφάλι Τρι-τρι-τρι Τρι-τρι-τρι Τρι-τρι-τρι-τρι-τρι-τρι-τρι Τρι το ένα τρι το άλλο Τρι-τρι τρι το πιο μεγάλο Τρι το τέταρτο τριζόνι Και ορμάει στο πεπόνι.
Ο Μπάρμπα Μπίλιος είχε ένα γάλο πολύ μεγάλο. Και τον τάιζε μέλι ταχίνη, για να παχύνει. Και τον τάιζε ψωμί και αλάτι, να κάνει πλάτη. Και τον τάιζε ψητή γαρδούμπα, να κάνει τούμπα. Και τον τάιζε ψωμί μπουγατσά να κάνει μπράτσα. Και τον τάιζε ψωμί και χόρτα, ώσπου δεν χώραγε από την πόρτα. Ώσπου μια μέρα δίχως ήλιο ο γάλος έφαγε τον Μπάρμπα Μπίλιο
Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι θα σ'αγοράσω ενα κοκοράκι το κοκοράκι κικιρικικι να σε ξυπνάει καθέ πρωΐ Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι θα σ'αγοράσω μια κοτούλα η κοτούλα κοκοκο το κοκοράκι κικιρικικι να σε ξυπνάει καθέ πρωΐ Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι θα σ'αγοράσω ενα σκυλάκι το σκυλάκι γαβ γαβ γαβ η κοτούλα κοκοκο το κοκοράκι κικιρικικιιιι να σε ξυπνάει καθέ πρωΐιιιι Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι θα σ'αγοράσω μια γατούλα η γατούλα νιάου νιάου το σκυλάκι γαβ γαβ γαβ η κοτούλα κοκοκο το κοκοράκι κικιρικικι να σε ξυπνάει καθέ πρωΐ Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι θα σ'αγοράσω ενα προβατάκι το προβατάκι μπε μπε μπε η γατούλα νιάου νιάου το σκυλάκι γαβ γαβ γαβ η κοτούλα κοκοκο το κοκοράκι κικιρικικιιιι να σε ξυπνάει καθέ πρωΐ
Έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε. -Δεν τη θέλω! -Θα την πάρεις! -Άλλα λόγια πέστε βρε παιδιά, τι καμώματα είναι τούτα με το ζόρι παντρειά! Αδειάστε τις κανάτες κι ας παίζουν τα βιολιά γιατί ο Χαραλάμπης δε θέλει παντρειά.
Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σκολειό να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάματα του Θεού τα πράματα
Έχω μια γλυκιά μανούλα που πολύ με αγαπά Νύχτα μέρα με φροντίζει και για με καρδιοχτυπά (2) Σαν γλιστρήσω και χτυπήσω θε να τρέξω στο λεπτό Στην αγκάλη της να πέσω με λαχτάρα και καημό. (2) Μ’ ένα της γλυκό φιλάκι κάθε πόνος πάει μακριά Κι είν’ η πιο ζεστή φωλίτσα η γλυκιά της αγκαλιά. (2)
Καλό μου συννεφάκι σταμάτα και λιγάκι Μη βρέχεις άλλο πια μας έκανες παπιά. Στη ράχη πίσω γύρε κι αλλού να βρέξεις σύρε Σε χώρες και χωριά που ’ναι καλοκαιριά. Ψηλά να δούμε πάλι τον ήλιο να προβάλλει Να βγούμε στην αυλή να παίξουμε πολύ. Καλό μου συννεφάκι σταμάτα και λιγάκι Μη βρέχεις άλλο πια μας έκανες παπιά.
Πετούν τα πεταλούδια κι ανθίζουν τα λουλούδια Κι ο κούκος βεβαιώνει πως έλιωσε το χιόνι (2) (Τα-ρι-ρα ?.τα-ρι-ρα Καλοκαίρι και χαρά ) (2) Δεν έχω κρύα χέρια και πόδια παγωμένα Και λάσπες ως το γόνα αντίο κυρ χειμώνα (2) ( Τα-ρι-ρα ?.τα-ρι-ρα Καλοκαίρι και χαρά ) (2) Ελάτε τώρα όλοι σ’ ωραίο περιβόλι και δώσετε το χέρι καλώς το καλοκαίρι (2) ( Τα-ρι-ρα ?.τα-ρι-ρα Καλοκαίρι και χαρά ) (2)
Θα φορέσω τα γιορτινά μου και θα πάω μες στο χορό. Θα χορέψω με την καρδιά μου το χορό που τόσο αγαπώ. Ένα βαλσάκι, ένα βαλσάκι φτερά θα κάνω σαν το πουλάκι. Θα χορέψω με την καρδιά μου το χορό που τόσο αγαπώ. Με τη Μαίρη και με το Γιώργο, με την Άννα και τον Τοτό, στο βαλσάκι θα τριγυρίζω κι όμορφα θα χοροπηδώ.
Καλώς το καρναβάλι με τους τρελούς χορούς που ντύνει μασκαράδες μεγάλους και μικρούς. Καλώς το που σκορπάει κορδέλες κομφετί. Είναι για τα παιδάκια η πιο τρελή γιορτή. "Χορέψτε τραγουδήστε" μας λέει η γιαγιά, "αχ! πόσο θά 'θελα κι εγώ να μπόραγα παιδιά.
Στην μηλιά την φορτωμένη είναι η Ειρήνα ανεβασμένη κόβει κόβει μηλαράκια με τα δυό της τα χεράκια Μπούμ και σπάζει το κλωνάρι πέφτει η Ειρήνα στο χορτάρι τρέχει τρέχει στην μαμά της με σχισμένη την ποδιά της Αχ μανούλα μου πονάω στην μηλιά δεν ξαναπάω θα ακούω την καλή σου την χρυσή την συμβουλή σου

Μια γίδα μια φορά, κουνώντας την ουρά, εθέλησε κρυφά να φάει χλωρά κουκιά Κουνούσε την ουρά, κουνούσε την ουρά, κουνούσε την ουρά, και μάσαγε γερά Μα ο μπάρμπας ο κουκάς, την άρπαξε μεμιάς, και τρέχει ο φουκαράς να πάει στους δικαστάς Κουνούσε την ουρά, κουνούσε την ουρά, κουνούσε την ουρά, και μάσαγε γερά Μα η γίδα η πονηρή, που' χε πονηρευτεί, αρπάζει το σκοινί και τρέχει να κρυφτεί Κουνούσε την ουρά, κουνούσε την ουρά, κουνούσε την ουρά, και μάσαγε γερά